Συχνές Ερωτήσεις σε Ψυχολόγο

Συχνές Ερωτήσεις σε Ψυχολόγο

Ερωτήσεις που θα θέλατε να κάνετε σε έναν ψυχολόγο/ παιδοψυχολόγο

Η πρώτη ειδοποιός διαφορά είναι ότι ο ψυχίατρος είναι γιατρός, οπότε και αναλαμβάνει να υποστηρίξει ανθρώπους οι οποίοι αντιμετωπίζουν κάποια συναισθηματική διαταραχή ή ψυχικό νόσημα το οποίο στη θεραπευτική του προσέγγιση είναι απαραίτητη και η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής.

Ο ψυχολόγος είναι επαγγελματίας ψυχικής υγείας με νόμιμη άδεια άσκησης επαγγέλματος από το κράτος ο οποίος με τις κατάλληλες θεραπευτικές τεχνικές και το διάλογο μπορεί να καταπραΰνει συναισθηματικές ανάγκες του ατόμου και να το υποστηρίξει αποτελεσματικά σε  μία δύσκολη περίοδο της ζωής του.

Ακούει προσεκτικά και με ευαισθησία τα προβλήματα του χωρίς επικριτική διάθεση και προσπαθεί να το βοηθήσει να ανακαλύψει μόνο του νέες λύσεις και εναλλακτικές. Είναι υποχρεωμένος να κρατάει το απόρρητο των συνεδριών και να κρατάει πλήρη εχεμύθεια ενώ δεν του επιτρέπεται να συνταγογραφεί φαρμακευτική αγωγή.

Όταν αντιμετωπίζουμε δύσκολες καταστάσεις στη ζωή μας, περιόδους έντονες και απαιτητικές τις οποίες δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε, είναι πολύτιμο να επισκεφτούμε το γραφείο ενός ψυχολόγου. Το γεγονός ότι βιώνουμε δύσκολες καταστάσεις τις οποίες ορισμένες φορές δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά δεν σημαίνει ότι έχουμε χάσει την αξιοπρέπεια μας ή ότι δεν είμαστε πια επαρκείς ή αυτάρκεις. Αντιθέτως, η ζωή ορισμένες φορές «κρύβει» εκπλήξεις τις οποίες ενδεχομένως να μην είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε μόνοι.

Επίσης πολλές φορές η αναζήτηση υποστήριξης και συμβουλών από φίλους και οικογένεια ναι μεν είναι σημαντική αλλά δεν οδηγεί πάντα στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των καταστάσεων καθώς τα άτομα του κοινωνικού μας περιβάλλοντος συνήθως δεν γνωρίζουν τους κατάλληλους τρόπους υποστήριξης εφόσον δεν είναι κατάλληλα εκπαιδευμένα στον εντοπισμό των παραγόντων που ενισχύουν μια κακή μαθημένη συνήθεια ή πυροδοτούν λανθασμένες και δυσλειτουργικές συμπεριφορές.

Άλλες φορές πάλι οι δύσκολες καταστάσεις οι οποίες βιώνουμε οφείλονται σε δυσλειτουργικές σχέσεις με σημαντικούς άλλους της ζωή μας οπότε καταλήγουμε να νιώθουμε ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο ή ότι κάποιες καταστάσεις διαιωνίζονται. Ο ψυχολόγος, σαν επαγγελματίας ψυχικής υγείας που δεν είχε προσωπική εμπλοκή στη πρότερη ζωή του ατόμου μπορεί να το βοηθήσει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της ζωής του με νέους, αποτελεσματικότερους και πιο εξειδικευμένους τρόπους.

Σε μία συνεδρία ο ψυχολόγος και ο θεραπευόμενος επικοινωνούν με τον διάλογο και ο θεραπευόμενος μπορεί να μιλήσει για ό,τι τον απασχολεί αποκαλύπτοντας πληροφορίες στον βαθμό τον οποίο επιθυμεί, χωρίς πίεση από τον ψυχολόγο.

Στην αρχή της θεραπευτικής σχέσης, όπως στη αρχή κάθε νέας σχέσης, είναι δεδομένο να αισθάνεται και οι δύο το αίσθημα της αμηχανίας, το οποίο ωστόσο υποχωρεί από την πρώτη κιόλας συνεδρία. Η συνεργασία γίνεται τόσο λειτουργική και άμεση όσο χρειάζεται ο κάθε θεραπευόμενος ξεχωριστά ώστε να νιώσει εμπιστοσύνη και να εκφράσει ανοιχτά τα θέματα που τον απασχολούν.

Η ψυχοθεραπεία είναι μία πολύ προσωπική διαδικασία, ένα ταξίδι ξεχωριστό για το κάθε άτομο. Δεν υπάρχει κάποιο προκαθορισμένο διάστημα συναντήσεων καθώς το κάθε άτομο χρειάζεται το δικό του χρόνο ώστε να καταλάβει τι ουσιαστικά τον απασχολεί, να αναγνωρίσει την πηγή των δυσκολιών του και να βρει τρόπους υγιούς αντιμετώπισης.

Επομένως, ο χρόνος και ο αριθμός των συναντήσεων δεν είναι δεδομένος εξ αρχής και συναποφασίζονται από τον ψυχολόγο και το θεραπευόμενο, με στόχο το άτομο να αρχίζει να αισθάνεται καλύτερα και να μπορεί να είναι λειτουργικό στη καθημερινότητά του.

Όχι, ο ρόλος του ψυχολόγου δεν είναι να αποφασίζει για τον θεραπευόμενο. Ο ψυχολόγος θέτει ερωτήματα και με την εξειδικευμένη παρέμβασή του προσπαθεί να βοηθήσει το άτομο να αποφασίσει μόνο του τι είναι καλύτερο για τον εαυτό του.

Επομένως με τη σωστή καθοδήγηση το άτομο εκπαιδεύεται στο να βρίσκει μόνος του λύσεις στα προβλήματα του και πώς να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της ζωής χωρίς την βοήθεια του ψυχολόγου.

Η επίσκεψη σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας δεν αποτελεί γεγονός το οποίο πρέπει να ενεργοποιεί αισθήματα ντροπής. Αντιθέτως, έτσι όπως όταν μας πονάει το δόντι πάμε στον οδοντίατρο, έτσι και όταν αντιμετωπίζουμε ζητήματα τα οποία εγείρουν συναισθήματα τα οποία μας δυσκολεύουν στην καθημερινότητά μας, είναι σημαντικό να επισκεφτούμε ένα ψυχολόγο.

Καλό είναι να μην ακούμε τι λένε οι τρίτοι και να μη καθορίζουμε τη ζωή μας με βάση το τι θα λένε οι άλλοι γύρω μας. Άλλωστε η επίσκεψη σε ένα ψυχολόγο θα βελτιώσει τη ποιότητα της ζωής μας και θα αποτελέσει την αρχή για ένα νέο, αισιόδοξο ξεκίνημα.

Με την πάροδο των συνεδριών τα δυσάρεστα συναισθήματα και οι δυσλειτουργικοί τρόποι σκέψεις θα αρχίσουν να μειώνονται και να επηρεάζουν λιγότερο αρνητικά τη καθημερινότητα και τη λειτουργικότητα του ατόμου καθώς θα έχει εκπαιδευτεί από τον ψυχολόγο να τα αναγνωρίζει, να τα αποδέχεται και να βρίσκει πιο λειτουργικούς και υγιείς τρόπους επίλυσης τους. Με τον τρόπο αυτό το άτομο αισθάνεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ανακούφιση καθώς πλέον μπορεί να ελέγξει περισσότερο τις καταστάσεις και τα συναισθήματά του ρυθμίζοντας αποτελεσματικότερα τις συνθήκες τις ζωής του.

Βέβαια, εννοείται πως κατά τη διάρκεια των συναντήσεων μπορεί να υπάρξουν χρονικές περίοδοι που το άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι έχει «κολλήσει» καθώς ο ενθουσιασμός της αλλαγής μπορεί να έχει καταλαγιάσει και τα δύσκολα, δυσλειτουργικά κομμάτια να επιμένουν. Ωστόσο αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό. Το άτομο είναι χρήσιμο να επικοινωνεί όλα τα συναισθήματα και τις δυσκολίες του στον ψυχολόγο καθώς και οι δυσκολίες αποτελούν κομμάτι των αλλαγών και της θεραπευτικής διαδικασίας.

Εάν προκύψει τέτοια περίπτωση ο ψυχολόγος οφείλει να ενημερώσει το άτομο και να τον παραπέμψει στη συνέχεια σε ψυχίατρο ώστε να συστήσει τη κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και αντιμετώπιση της κατάστασης.

Ο ψυχολόγος συνεργάζεται με ένα δίκτυο άλλων ειδικών όπως με ψυχίατρο, παιδοψυχίατρο, λογοθεραπευτή κ.α. με στόχο την πολύπλευρη υποστήριξη του ατόμου σε περίπτωση που χρειαστεί.

Επιπλέον, σε περίπτωση που ο ψυχολόγος κρίνει ότι δεν μπορεί να υποστηρίξει αποτελεσματικά ένα συγκεκριμένο περιστατικό, οφείλει παρομοίως να τον παραπέμψει σε κάποιον άλλο ειδικό ψυχικής υγείας.

Συνήθως οι γονείς μπορούν να προλάβουν, να διακρίνουν και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις δυσκολίες που μπορεί να παρουσιάσουν τα παιδιά τους χωρίς την παρέμβαση κάποιου ειδικού. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι καταστάσεις είναι πιο πολύπλοκές και πολλοί γονείς δεν γνωρίζουν πώς να αντιμετωπίσουν κάποιες καταστάσεις ή προσπαθούν να επιλύσουν τις εκάστοτε δυσκολίες με λανθασμένο τρόπο με αποτέλεσμα να νιώθουν αγχωμένοι και σε κάποιες περιπτώσεις απελπισμένοι.

Επομένως χρήσιμο θα ήταν οι γονείς να επισκεφτούν έναν παιδοψυχολόγο όταν παρατηρήσουν κάποια από τα παρακάτω ώστε να λάβουν υποστήριξη όχι μόνο τα παιδιά τους αλλά και οι ίδιοι:

  • Εάν έχουν δυσκολία να επικοινωνήσουν με το παιδί, ειδικά το τελευταίο χρονικό διάστημα
  • Εάν το παιδί ή ο έφηβος παρουσιάζει έντονο άγχος, ανησυχία, καταθλιπτικά συμπτώματα, κρίσεις πανικού, φοβίες, αυτοκτονικό ιδεασμό κ.α.
  • Εάν παραπονιέται για διάφορα ψυχοσωματικά συμπτώματα χωρίς οργανική αιτία, δηλαδή πονοκεφάλους, πονόκοιλους, εντερικά προβλήματα κ.α.
  • Εάν παρουσιάζει προβλήματα συμπεριφοράς, όπως βίαια ξεσπάσματα, κλοπές, κοινωνική απομόνωση κ.α.
  • Εάν έχει βιώσει κάποιο τραυματικό γεγονός ή δοκιμασία όπως ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, ένα δύσκολο διαζύγιο, απειλητική για τη ζωή ασθένεια κ.α.
  • Εάν παρουσιάζει προβλήματα στη σχολική του ζωή όπως ΔΕΠΥ, σχολικός εκφοβισμός, σχολική φοβία, συμμορίες κ.α.
  • Εάν αντιμετωπίζει προβλήματα στις διαπροσωπικές του σχέσεις όπως απομόνωση, μοναξιά, δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του και τους άλλους ή επιλέγει να κάνει παρέα με παιδιά που αποτελούν κακή επιρροή
  • Εάν υπάρχει γεγονός ή υπόνοια σεξουαλικής κακοποίησης ή το παιδί βιώνει ενδοοικογενειακή βία
  • Εάν παρουσιάζει προβληματισμούς αναφορικά με την σεξουαλικότητά του
  • Εάν υπάρχουν χρόνια προβλήματα υγείας όπως παιδικός καρκίνος, διαβήτης, αυτισμός, επιληψία
  • Εάν καταναλώνει αλκοόλ ή κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών

Η αξιολόγηση του παιδιού ή του εφήβου γίνεται από έμπειρους παιδοψυχολόγους μέσω του διαλόγου, του παιχνιδιού, του ιχνογραφήματος και εάν κριθεί απαραίτητο και μιας σειράς ψυχομετρικών εργαλείων με στόχο την κατάλληλη προσέγγιση του παιδιού/ εφήβου.

Το παιδί ή ο έφηβος ακολουθεί μια σειρά συναντήσεων με τον παιδοψυχολόγο ο οποίος παράλληλα παρακολουθεί και τους γονείς με ατομικές συναντήσεις με στόχο την ολιστική και αποτελεσματική προσέγγιση της κατάστασης. Ο παιδοψυχολόγος γνωστοποιεί όλα όσα παρατηρεί στην συμπεριφορά του παιδιού στους γονείς και συζητάνε από κοινού την παρέμβαση την οποία προτείνει και πώς θα συνεργαστούν ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση που αντιμετωπίζουν.

Οι συναντήσεις ψυχολογικής υποστήριξης μέσω skype είναι εξίσου αποτελεσματικές με τις συνεδρίες δια ζώσης (Πανεπιστήμιο Μπρίστολ 2009, Επιθεώρηση της Καναδικής Ιατρικής Ένωσης 2015 κ.ά.) καθώς ο ψυχολόγος εφαρμόζει ακριβώς τον ίδιο κώδικα δεοντολογίας, τη θεραπευτική συμμαχία, το απόρρητο και τις επιστημονικές του γνώσεις.

Η μόνη συνθήκη που αλλάζει είναι η γεωγραφική τοποθέτηση, καθώς πλέον οι συναντήσεις γίνονται μέσω υπολογιστή, το οποίο όμως σε πολλές περιπτώσεις διευκολύνει πολλούς ωφελούμενους οι οποίοι λόγω διαφόρων λόγων δεν μπορούν να επισκεφτούν το γραφείο του ψυχολόγου δια ζώσης.

Have a question?